
Τι είναι το κάταγμα κερκίδας;
Το κάταγμα κερκίδας αποτελεί έναν συχνό τραυματισμό του άνω άκρου και μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικά σημεία του οστού. Η κερκίδα είναι ένα από τα δύο μακριά οστά του αντιβραχίου, με το δεύτερο να είναι η ωλένη. Εκτείνεται από τον αγκώνα έως τον καρπό και συμμετέχει στη λειτουργία και των δύο αρθρώσεων.
Οι συχνότερες θέσεις κατάγματος είναι το κάτω πέρας της κερκίδας, κοντά στον καρπό, και το άνω πέρας, όπου βρίσκεται η κεφαλή της κερκίδας. Το κάταγμα κερκίδας στον καρπό είναι ένας ιδιαίτερα συχνός τραυματισμός. Αντίστοιχα, το κάταγμα της κεφαλής της κερκίδας συγκαταλέγεται στα συχνότερα κατάγματα του αγκώνα.
Ποιοι είναι οι συχνότεροι τύποι κατάγματος κερκίδας;
Το κάταγμα κερκίδας διακρίνεται αρχικά ανάλογα με το σημείο στο οποίο εντοπίζεται.
Το κάταγμα κάτω πέρατος κερκίδας αφορά την περιοχή κοντά στον καρπό. Μπορεί να είναι σταθερό ή ασταθές, ανάλογα με τη συμπεριφορά των οστικών τμημάτων. Επίσης, διακρίνεται σε παρεκτοπισμένο ή απαρεκτόπιστο και σε ενδαρθρικό ή εξωαρθρικό. Σε σοβαρότερες κακώσεις μπορεί να είναι συντριπτικό ή ανοικτό.
Στα κατάγματα του κάτω πέρατος περιλαμβάνονται επίσης τα κατάγματα Colles και Smith. Στο κάταγμα Colles το περιφερικό τμήμα της κερκίδας παρεκτοπίζεται προς τη ραχιαία πλευρά. Στο κάταγμα Smith η παρεκτόπιση γίνεται προς την παλαμιαία πλευρά.
Το κάταγμα κεφαλής κερκίδας εντοπίζεται στον αγκώνα. Μπορεί να είναι απαρεκτόπιστο, ελάχιστα παρεκτοπισμένο ή σοβαρότερο, με σημαντική παρεκτόπιση ή συντριβή του οστού.
Πώς προκαλείται το κάταγμα κερκίδας;
Ο συχνότερος μηχανισμός κάκωσης είναι η πτώση και η ενστικτώδης στήριξη του σώματος με την παλάμη. Η δύναμη μεταφέρεται μέσω του άνω άκρου και μπορεί να προκαλέσει κάταγμα κερκίδας στον καρπό ή στον αγκώνα.
Ο τραυματισμός μπορεί επίσης να προκύψει κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων με αυξημένο κίνδυνο πτώσης ή επαφής. Παραδείγματα αποτελούν το σκι, το snowboard και τα αθλήματα επαφής. Ισχυρότερες κακώσεις μπορεί να προκληθούν σε τροχαία ατυχήματα ή μετά από σοβαρή πτώση.
Σημαντικός παράγοντας κινδύνου για το κάταγμα του κάτω πέρατος είναι η οστεοπόρωση. Η μείωση της αντοχής των οστών μπορεί να οδηγήσει σε κάταγμα ακόμη και μετά από πτώση μικρής ενέργειας.
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Τα συμπτώματα εξαρτώνται από την εντόπιση και τη σοβαρότητα του τραυματισμού. Το κάταγμα κερκίδας στο κάτω πέρας προκαλεί συνήθως άμεσο και έντονο πόνο στον καρπό.
Συχνά εμφανίζονται:
- οίδημα
- ευαισθησία
- μώλωπες
Ο ασθενής μπορεί επίσης να δυσκολεύεται να κινήσει τον καρπό και τα δάχτυλά του. Σε σοβαρότερα κατάγματα μπορεί να υπάρχει εμφανής παραμόρφωση ή μούδιασμα στα δάχτυλα.
Όταν το κάταγμα αφορά στην κεφαλή της κερκίδας, ο πόνος εντοπίζεται κυρίως στην εξωτερική πλευρά του αγκώνα. Η κάμψη και η έκταση μπορεί να είναι περιορισμένες και επώδυνες. Ιδιαίτερη δυσκολία προκαλούν συχνά οι κινήσεις πρηνισμού και υπτιασμού, δηλαδή η περιστροφή του αντιβραχίου και της παλάμης.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση ξεκινά με τη λήψη του ιστορικού και την κλινική εξέταση από τον Ορθοπαιδικό. Ακολουθεί συνήθως ακτινογραφικός έλεγχος, ο οποίος επιβεβαιώνει την ύπαρξη του κατάγματος και παρέχει πληροφορίες για τη θέση και την παρεκτόπισή του.
Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται αξονική τομογραφία. Η εξέταση προσφέρει λεπτομερέστερη εικόνα της μορφολογίας ενός σύνθετου ή παρεκτοπισμένου κατάγματος. Η μαγνητική τομογραφία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί όταν χρειάζεται έλεγχος των μαλακών μορίων ή υπάρχει υποψία συνοδών συνδεσμικών κακώσεων.


Πώς αντιμετωπίζεται το κάταγμα κερκίδας;
Η θεραπεία καθορίζεται από την εντόπιση και τη σοβαρότητα του κατάγματος. Συνεκτιμώνται επίσης η παρεκτόπιση των οστών, η ηλικία, η γενική κατάσταση και οι καθημερινές δραστηριότητες του ασθενούς.
Συντηρητική αντιμετώπιση
Ένα απαρεκτόπιστο ή σταθερό κάταγμα κερκίδας στο κάτω πέρας μπορεί να αντιμετωπιστεί με νάρθηκα ή γύψο. Όταν τα οστικά τμήματα έχουν μετακινηθεί, μπορεί να προηγηθεί κλειστή ανάταξη, ώστε να επανέλθουν στη σωστή θέση. Κατά την περίοδο ακινητοποίησης πραγματοποιείται ακτινολογικός επανέλεγχος.
Τα απαρεκτόπιστα ή ελάχιστα παρεκτοπισμένα κατάγματα της κεφαλής της κερκίδας αντιμετωπίζονται συνήθως χωρίς χειρουργείο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανάρτηση για σύντομο χρονικό διάστημα και να ακολουθήσει σταδιακή κινητοποίηση. Η παρατεταμένη ακινητοποίηση αποφεύγεται λόγω του κινδύνου δυσκαμψίας του αγκώνα.
Χειρουργική αντιμετώπιση
Η χειρουργική θεραπεία εξετάζεται όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί ή να διατηρηθεί ικανοποιητική ανάταξη. Μπορεί επίσης να απαιτείται σε ασταθή, σοβαρά παρεκτοπισμένα, συντριπτικά ή ανοικτά κατάγματα.
Στο κάτω πέρας της κερκίδας μπορεί να πραγματοποιηθεί ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση ή, όταν απαιτείται, εξωτερική οστεοσύνθεση. Στα σοβαρά κατάγματα της κεφαλής της κερκίδας μπορεί να γίνει οστεοσύνθεση με ειδικές βίδες ή πλάκες. Σε εκτεταμένη συντριβή ενδέχεται να απαιτηθεί αντικατάσταση της κεφαλής με ειδικό εμφύτευμα.


Πώς γίνεται η αποκατάσταση μετά από κάταγμα κερκίδας;
Η αποκατάσταση εξαρτάται από το είδος του κατάγματος και τη θεραπεία που εφαρμόστηκε. Μετά την αφαίρεση του γύψου ή του νάρθηκα, η φυσικοθεραπεία συμβάλλει στην επανάκτηση του εύρους κίνησης και της μυϊκής δύναμης.
Μετά από χειρουργική θεραπεία μπορεί να ενθαρρύνεται η πρώιμη κινητοποίηση, ανάλογα με την περίπτωση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στον αγκώνα, όπου η παρατεταμένη ακινησία μπορεί να οδηγήσει σε δυσκαμψία.
Το πρόγραμμα αποκατάστασης προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ασθενούς. Η επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται σταδιακά και σύμφωνα με την πορεία επούλωσης του κατάγματος κερκίδας.
Εάν μετά από τραυματισμό στον καρπό ή τον αγκώνα εμφανίζετε έντονο πόνο, οίδημα ή δυσκολία στην κίνηση, επικοινωνήστε με τον Ορθοπαιδικό Χειρουργό Γεώργιο Κόλλια. Η έγκαιρη διάγνωση του κατάγματος κερκίδας συμβάλλει στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας και την ομαλή αποκατάσταση του άνω άκρου.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο να υποστούν κάταγμα κερκίδας;
Αυξημένο κίνδυνο έχουν άτομα που συμμετέχουν σε δραστηριότητες με πιθανότητα πτώσης ή έντονης πρόσκρουσης. Επίσης, άτομα που πάσχουν από οστεοπόρωση μπορεί να υποστούν κάταγμα ακόμη και μετά από πτώση μικρής ενέργειας.
Ποια συμπτώματα μπορεί να προκαλέσει ένα κάταγμα κερκίδας;
Τα συχνότερα συμπτώματα είναι ο έντονος πόνος, το οίδημα, η ευαισθησία και οι μώλωπες γύρω από την τραυματισμένη περιοχή. Ανάλογα με την εντόπιση, μπορεί να υπάρχει δυσκολία στην κίνηση του καρπού, των δαχτύλων ή του αγκώνα.
Ποιες εξετάσεις χρειάζονται για τη διάγνωση;
Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εξέταση και στις περισσότερες περιπτώσεις στον ακτινογραφικό έλεγχο. Σε πιο σύνθετα κατάγματα μπορεί να χρειαστεί αξονική ή μαγνητική τομογραφία για λεπτομερέστερη αξιολόγηση.
Αντιμετωπίζεται πάντα χειρουργικά το κάταγμα κερκίδας;
Όχι. Η επιλογή της θεραπείας εξαρτάται από τη θέση, τη σταθερότητα και τη σοβαρότητα του κατάγματος. Τα σταθερά ή απαρεκτόπιστα κατάγματα μπορούν συνήθως να αντιμετωπιστούν συντηρητικά. Αντίθετα, τα ασταθή, σοβαρά παρεκτοπισμένα ή συντριπτικά κατάγματα μπορεί να απαιτούν χειρουργική αντιμετώπιση.
Τι περιλαμβάνει η αποκατάσταση μετά από κάταγμα κερκίδας;
Η αποκατάσταση αποτελείται από σταδιακή κινητοποίηση και φυσικοθεραπεία. Στόχος είναι η επανάκτηση του εύρους κίνησης και της μυϊκής δύναμης. Το πρόγραμμα προσαρμόζεται στην εντόπιση του κατάγματος και στο είδος της θεραπείας που εφαρμόστηκε.