Επικονδυλίτιδα αγκώνα

/Επικονδυλίτιδα αγκώνα
Επικονδυλίτιδα αγκώνα2026-01-21T17:29:38+02:00

Επικονδυλίτιδα αγκώνα

Τι είναι η επικονδυλίτιδα αγκώνα;

Η επικονδυλίτιδα είναι μια χρόνια και επώδυνη πάθηση των τενόντων του αγκώνα, η οποία σχετίζεται κυρίως με επαναλαμβανόμενη μηχανική καταπόνηση. Αν και συχνά περιγράφεται ως τενοντίτιδα, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αμιγώς φλεγμονώδη κατάσταση. Πρόκειται για σταδιακή φθορά των τενόντων, οι οποίοι χάνουν τη φυσιολογική τους αντοχή και δεν επουλώνονται εύκολα.

Κλινικά, η επικονδυλίτιδα εμφανίζεται με δύο μορφές: έξω και έσω επικονδυλίτιδα. Οι δύο αυτές καταστάσεις μοιράζονται κοινό παθολογικό μηχανισμό, αλλά διαφέρουν ως προς την εντόπιση, τους τένοντες που προσβάλλονται και τον μηχανισμό καταπόνησης.

Έξω επικονδυλίτιδα

Η έξω επικονδυλίτιδα αφορά στους τένοντες που βοηθούν στην έκταση του καρπού και των δακτύλων και καταλήγουν στην εξωτερική πλευρά του αγκώνα. Πρόκειται για τη συχνότερη μορφή επικονδυλίτιδας και είναι γνωστή ως tennis elbow. Εμφανίζεται συχνά σε ερασιτέχνες αθλητές ρακετοφόρων αθλημάτων, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει κακή τεχνική ή ανεπαρκής προσαρμογή του προπονητικού φορτίου.

Η πάθηση αναπτύσσεται προοδευτικά, ως αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενης καταπόνησης χωρίς επαρκή χρόνο αποκατάστασης. Οι μικροτραυματισμοί οδηγούν σε εκφυλιστικές αλλοιώσεις ενός εκτείνοντα τένοντα, γεγονός που εξηγεί τη χρόνια πορεία των συμπτωμάτων.

Ο πόνος εντοπίζεται στην εξωτερική πλευρά του αγκώνα και αρχικά εμφανίζεται μόνο κατά την πίεση ή τη χρήση του χεριού. Με την πάροδο του χρόνου, μπορεί να εκδηλώνεται όταν πιάνουμε ή κρατάμε αντικείμενα, στις στροφικές κινήσεις του καρπού ή ακόμη και σε κατάσταση ηρεμίας, συνοδευόμενος από λειτουργική αδυναμία.

Η έξω επικονδυλίτιδα παρατηρείται συχνά σε αθλήματα όπως  είναι το τένις, το padel και το squash. Μπορεί να εμφανιστεί και σε προπονήσεις με βάρη ή λειτουργική προπόνηση υψηλής επαναληπτικότητας, καθώς και σε επαγγελματικές δραστηριότητες με έντονη χειρωνακτική επιβάρυνση.

Έσω επικονδυλίτιδα

Η έσω επικονδυλίτιδα αφορά στους καμπτήρες τένοντες του καρπού , οι οποίοι προσφύονται στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα. Είναι λιγότερο συχνή σε σχέση με την έξω επικονδυλίτιδα και είναι γνωστή ως golfer’s elbow.

Η καταπόνηση σχετίζεται κυρίως με επαναλαμβανόμενες κινήσεις κάμψης και στροφής του καρπού, ιδιαίτερα όταν αυτές εκτελούνται με αυξημένη δύναμη ή χωρίς σωστή τεχνική. Όπως και στην έξω επικονδυλίτιδα, οι συνεχείς μικρορήξεις-μικροτραυματισμοί οδηγούν σε εκφυλιστικές αλλοιώσεις των καμπτήρων τενόντων.

Ο πόνος εντοπίζεται στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα και επιδεινώνεται κατά τη χρήση του χεριού σε δραστηριότητες που απαιτούν δύναμη. Συχνά συνοδεύεται από δυσκαμψία και λειτουργικό περιορισμό.

Η έσω επικονδυλίτιδα εμφανίζεται συχνότερα σε αθλήματα όπως το golf, οι ρίψεις, το baseball, το cross training και η άρση βαρών, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί και σε επαγγελματικές δραστηριότητες με επαναλαμβανόμενη φόρτιση του καρπού.

Αίτια και παράγοντες κινδύνου

Η επικονδυλίτιδα προκαλείται κυρίως από χρόνια υπέρχρηση των τενόντων του αγκώνα, η οποία οδηγεί σε μικροτραυματισμούς και σταδιακή εκφύλιση των τενόντων ινών. Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την επαναλαμβανόμενη φόρτιση χωρίς επαρκή αποκατάσταση και τη λανθασμένη τεχνική κίνησης.

Ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παρουσιάζουν:

  • αθλητές ρακετοφόρων αθλημάτων και ρίψεων,
  • άτομα που προπονούνται με υψηλό όγκο ή ένταση χωρίς σταδιακή προσαρμογή,
  • επαγγελματίες με έντονη χειρωνακτική εργασία ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις του καρπού,
  • άτομα με ανεπαρκή μυϊκή ενδυνάμωση του αντιβραχίου.

Η κατανόηση των αιτίων και των παραγόντων κινδύνου αποτελεί βασικό στοιχείο τόσο για την αποτελεσματική θεραπεία όσο και για την πρόληψη της υποτροπής, ιδιαίτερα σε αθλητές.

Συμπτώματα της επικονδυλίτιδας

Η επικονδυλίτιδα εκδηλώνεται κυρίως με πόνο και ευαισθησία στην περιοχή του αγκώνα. Εντοπίζεται είτε στην εξωτερική είτε στην εσωτερική πλευρά, ανάλογα με το είδος της πάθησης. Ο πόνος συνήθως ξεκινά σταδιακά και εμφανίζεται αρχικά κατά τη χρήση του χεριού, ενώ με την πάροδο του χρόνου μπορεί να γίνεται πιο έντονος και συχνός.

Συχνά παρατηρείται πόνος όταν πιάνουμε ή κρατάμε αντικείμενα, όταν στρίβουμε τον καρπό ή κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων. Πολλοί ασθενείς αναφέρουν επίσης αίσθημα αδυναμίας στο χέρι, γεγονός που δυσκολεύει τόσο την καθημερινότητα όσο και την άσκηση.

Σε πιο προχωρημένα στάδια, ο πόνος μπορεί να επιμένει ακόμη και σε κατάσταση ηρεμίας και να συνοδεύεται από δυσκαμψία ή αίσθημα καύσου στην περιοχή του αγκώνα. Η συνέχιση της καταπόνησης χωρίς επαρκή αποκατάσταση οδηγεί συχνά σε επιδείνωση των συμπτωμάτων.

Πώς γίνεται η διάγνωση της επικονδυλίτιδας;

Η διάγνωση της επικονδυλίτιδας βασίζεται κυρίως στη λήψη λεπτομερούς ιστορικού και στην κλινική εξέταση. Ειδικές κλινικές δοκιμασίες μπορούν να αναπαράγουν τον πόνο και να καθορίσουν την εντόπισή του. Απεικονιστικές εξετάσεις όπως ακτινογραφία και μαγνητική τομογραφία γίνονται μόνο όταν κρίνεται απαραίτητο. Πραγματοποιούνται κυρίως για τον αποκλεισμό άλλων παθήσεων που μπορεί να μιμούνται την επικονδυλίτιδα, όπως νευρολογικά ή άλλα μυοσκελετικά προβλήματα.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Η θεραπεία της επικονδυλίτιδας είναι κατά βάση συντηρητική, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια. Περιλαμβάνει τροποποίηση της δραστηριότητας, αποφόρτιση του πάσχοντος τένοντα, κατάλληλη παυσίπονη αγωγή και στοχευμένη φυσικοθεραπεία με έμφαση στην αποκατάσταση της λειτουργικότητας.

Σε εμμένουσες περιπτώσεις μπορούν να εφαρμοστούν ενέσιμες θεραπείες, όπως είναι το πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια, με στόχο την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας εξατομικεύεται, ανάλογα με το στάδιο της πάθησης και τις λειτουργικές απαιτήσεις του ασθενούς.

Πότε απαιτείται χειρουργική αντιμετώπιση;

Η χειρουργική αντιμετώπιση της επικονδυλίτιδας δεν αποτελεί θεραπεία πρώτης επιλογής και εξετάζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου η συντηρητική αγωγή αποτυγχάνει. Όταν τα συμπτώματα επιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως πέραν των 6–12 μηνών, παρά την συντηρητική αντιμετώπιση, τότε μπορεί να τεθεί ένδειξη χειρουργικής παρέμβασης.

Η ανάγκη για χειρουργική θεραπεία σχετίζεται κυρίως με:

  • εκτεταμένες εκφυλιστικές αλλοιώσεις του τένοντα,
  • επίμονη λειτουργική αδυναμία που επηρεάζει την καθημερινότητα ή την αθλητική δραστηριότητα,
  • αποτυχία ενέσιμων ή άλλων συντηρητικών παρεμβάσεων.

Κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης αφαιρείται το παθολογικό τμήμα του τένοντα και γίνεται συρραφή του υγιούς ιστού. Στόχος είναι η μείωση του πόνου και την αποκατάσταση της λειτουργικότητας. Τα αποτελέσματα είναι ικανοποιητικά, όταν η ένδειξη έχει τεθεί σωστά και ακολουθείται οργανωμένο πρόγραμμα αποκατάστασης.

Εάν εμφανίζετε επίμονο πόνο στον αγκώνα ή λειτουργική δυσκολία κατά την άθληση ή την καθημερινότητά σας, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε με τον εξειδικευμένο Ορθοπαιδικό Χειρουργό – Αθλητίατρο, Γεώργιο Κόλλια. Ο ιατρός θα προχωρήσει σε ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση, θα αποκλείσει άλλες παθήσεις που μπορεί να μιμούνται την επικονδυλίτιδα και θα σχεδιάσει ένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και το επίπεδο δραστηριότητάς σας.

Η έξω επικονδυλίτιδα, γνωστή και ως αγκώνας του τενίστα, επηρεάζει τους εκτείνοντες τένοντες που βρίσκονται στο εξωτερικό μέρος του αγκώνα, οι οποίοι εκτείνουν τον καρπό και τα δάκτυλα. Αντίθετα, η έσω επικονδυλίτιδα αφορά τους καμπτήρες τένοντες στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα. Οι δύο μορφές έχουν κοινό μηχανισμό καταπόνησης, αλλά διαφέρουν ως προς την εντόπιση και τον μηχανισμό φόρτισης.

Τα πιο συχνά συμπτώματα της επικονδυλίτιδας περιλαμβάνουν πόνο και ευαισθησία στον αγκώνα, αίσθημα αδυναμίας στο χέρι και δυσκολία κατά τη χρήση του. Ο πόνος μπορεί να εμφανίζεται όταν κρατάμε ή σηκώνουμε αντικείμενα και συχνά εντοπίζεται, είτε στο εξωτερικό, είτε στο εσωτερικό μέρος του αγκώνα. Σε πιο προχωρημένα στάδια, τα συμπτώματα μπορεί να επιμένουν ακόμη και σε κατάσταση ηρεμίας, επηρεάζοντας την καθημερινότητα του ασθενή.

Η αντιμετώπιση της επικονδυλίτιδας είναι κατά βάση συντηρητική, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια. Περιλαμβάνει τροποποίηση της δραστηριότητας, αποφόρτιση των τενόντων και στοχευμένη φυσικοθεραπεία. Σε αρκετές περιπτώσεις χορηγούνται αντιφλεγμονώδη φάρμακα για την ανακούφιση του πόνου, ενώ σε επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να εφαρμοστούν και ενέσιμες θεραπείες.

Η χειρουργική αντιμετώπιση δεν αποτελεί πρώτη επιλογή και εξετάζεται μόνο όταν η συντηρητική θεραπεία αποτύχει. Όταν τα συμπτώματα επιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως πέραν των 6–12 μηνών, και επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργικότητα του άνω άκρου και την ποιότητα ζωής του ασθενούς, μπορεί να τεθεί ένδειξη χειρουργικής παρέμβασης. Η απόφαση λαμβάνεται εξατομικευμένα, μετά από πλήρη αξιολόγηση των συμπτωμάτων και τις λειτουργικές απαιτήσεις του ασθενούς.

Κόλλιας Γεώργιος
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.