Εξάρθρημα ώμου

/, Ώμος/Εξάρθρημα ώμου

Εξάρθρημα ώμου

 

Το εξάρθρημα ώμου περιγράφει την έξοδο της βραχιόνιας κεφαλής πέρα από τα όρια της άρθρωσης, συγκεκριμένα πέρα από το όριο της ωμογλήνης και του επιχείλιου χόνδρου.

Σε κάθε εξάρθρημα ώμου, η κεφαλή του βραχιονίου κατευθύνεται προς τα μπροστά, πίσω ή κάτω. Στη θέση αυτή, η κεφαλή  ενσφηνώνεται στο αντίστοιχο  χείλος της ωμογλήνης και παραμένει εγκλωβισμένη χωρίς να μπορεί να επανέλθει στην αρχική φυσιολογικής της θέση. Η πιο συχνή αιτία των εξαρθρημάτων είναι η θέση του άνω άκρου σε υπερβολική απαγωγή και  έξω στροφή (πχ θέση ρίψης αθλητών).

Τα συμπτώματα που συνοδεύουν το εξάρθρημα ώμου είναι:

  • ο πόνος,
  • η αιμωδία (μούδιασμα) στην έξω επιφάνεια του ώμου και
  • η καθήλωση του ώμου σε μια χαρακτηριστική θέση, χωρίς δυνατότητα για περαιτέρω κινήσεις.

Για την ανάταξη του εξαρθρήματος, ο ασθενής πρέπει να μεταβεί στο νοσοκομείο και να υποβληθεί αρχικά σε πλήρη ακτινολογικό έλεγχο, προκειμένου να επιβεβαιωθεί το είδος του εξαρθρήματος και να ανιχνευθούν πιθανές συνοδές βλάβες (κατάγματα).

Στη συνέχεια, με τον ασθενή σε καταστολή (μέθη – επιτυγχάνεται από αναισθησιολόγο), εφαρμόζεται από τον ορθοπαιδικό ειδικός χειρισμός ανάταξης, αντίθετος από το μηχανισμό του εξαρθρήματος. Η επιτυχής ανάταξη του εξαρθρήματος δίνει μια χαρακτηριστική αίσθηση στον θεράποντα ιατρό, προσφέρει ένα έντονο αίσθημα ανακούφισης στον ασθενή και μειώνει κατά πολύ τον αρχικό του πόνο.  Στη συνέχεια, ο ώμος πρέπει να ακινητοποιείται με ειδική περίδεση και ο ασθενής να υποβάλλεται σε νέο ακτινολογικό έλεγχο, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η επιτυχής ανάταξη του εξαρθρήματος και να αποκλεισθεί η παρουσία πιθανών καταγμάτων που διέλαθαν («μας ξέφυγαν») από τον αρχικό έλεγχο.

Η ακινητοποίηση του ώμου πρέπει να συνεχισθεί για λίγες ημέρες και στη συνέχεια ο ασθενής πρέπει  να επισκεφθεί τον ορθοπαιδικό για να ενημερωθεί σχετικά με το είδος της βλάβης του και τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.

Κάθε εξάρθρημα ώμου συνεπάγεται βλάβη των προστατευτικών σταθεροποιητικών μηχανισμών της άρθρωσης. Αν το εξάρθρημα δεν αντιμετωπισθεί σωστά, οι βλάβες δεν αποκαθίστανται και εγκαταλείπουν στον ώμο  χρόνια αστάθεια. 

Οι κυριότερες βλάβες σε ένα εξάρθρημα ώμου είναι -κατά σειρά που παρατηρούνται -οι εξής: 

 

Ρήξη επιχείλιου χόνδρου – Βλάβη Bankart : Καθώς η κεφαλή του βραχιονίου μετατοπίζεται , παρασύρει μαζί της και τμήμα του επιχείλιου χόνδρου. Λόγω των μεγάλων δυνάμεων που ασκούνται τη στιγμή του εξαρθρήματος, ο επιχείλιος χόνδρος αδυνατεί να συγκρατήσει τη βραχιόνιο κεφαλή και αποσχίζεται από την ωμογλήνη. Η ρήξη (σκίσιμο) του επιχείλιου χόνδρου ονομάζεται βλάβη Bankart και πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από κάταγμα του κάτω χείλους της ωμογλήνης, λόγω της πρόσκρουσης της κεφαλής στο σημείο αυτό κατά την έξοδό της. Το συνοδό κάταγμα της ωμογλήνης ονομάζεται οστική βλάβη Bankart.

Ρήξη συνδέσμων – Βλάβη HAGL : Μετά τη ρήξη του επιχείλιου χόνδρου, η κεφαλή συνεχίζει να μετακινείται, παρασύροντας τον αρθρικό θύλακο και κατά συνέπεια και τους συνδέσμους (άνω, μέσος και κάτω γληνοβραχιόνιος) που είναι προσκολλημένοι σε αυτόν. Η ρήξη των γληνοβραχιόνιων συνδέσμων επιτρέπει την ελεύθερη έξοδο της κεφαλής από την άρθρωση του ώμου. Ο πιο συχνός τύπος ρήξης των γληνοβραχιόνιων συνδέσμων είναι η βλάβη HAGL.

Βλάβη Hill-Sachs : Η πορεία του εξαρθρήματος τερματίζει με την ενσφήνωσή της κεφαλής στην  ωμογλήνη. Η παραμονή  της κεφαλής σε αυτή τη θέση έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός συμπιεστικού κατάγματος .  Το κάταγμα αυτό ονομάζεται Βλάβη Hill-Sachs και συχνά εμποδίζει την εύκολη ανάταξη της εξαρθρωμένης κεφαλής.

Η κυριότερη επιπλοκή του εξαρθρήματος είναι η εγκατάσταση πρόσθιας αστάθειας στον ώμο. Η πλημμελής επούλωση των σταθεροποιητικών δομών της άρθρωσης οδηγεί σε ανεπαρκή λειτουργία τους και κατά συνέπεια σε επανάληψη του εξαρθρήματος.

Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της αστάθειας είναι:

  • Ηλικία. Όσο μικρότερη η ηλικία του ασθενούς κατά το πρώτο επεισόδιο εξαρθρήματος, τόσο πιθανότερη η επανάληψή του.
  • Συνοδές βλάβες: Όσο μεγαλύτερη είναι η κάκωση των σταθεροποιητικών μηχανισμών (ρήξη συνδέσμων, βλάβη Bankart, βλάβη Hill-Sachs), τόσο μεγαλύτερη είναι η αδυναμία τους να συγκρατήσουν την κεφαλή του βραχιονίου εντός της ωμογλήνης και να αποτρέψουν ένα νέο εξάρθρημα.

Ο ορθοπαιδικός χειρουργός πρέπει να εξετάσει κλινικά τον ασθενή και  να τον ενημερώσει για την κατάσταση των σταθεροποιητικών μηχανισμών του ώμου του. Ανάλογα με τα κλινικά και απεικονιστικά ευρήματα, διαμορφώνεται ένα κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα.

 

 

“Υπάρχει μεγάλη σύγχυση στη βιβλιογραφία σχετικά με την αντιμετώπιση του πρώτου εξαρθρήματος. Η αντιμετώπιση κάθε ασθενούς είναι ξεχωριστή ανάλογα με το βαθμό της βλάβης του ώμου, το λειτουργικό επίπεδο του ασθενούς και την ηλικία του. Ένας γενικός κανόνας είναι να αντιμετωπίζεται χειρουργικά το εξάρθρημα από το δεύτερο επεισόδιο και έπειτα. Εξαίρεση αποτελούν οι νεαροί αθλητές υψηλού επιπέδου και άτομα που ασχολούνται με χειρωνακτικές εργασίες (στρατιωτικοί, αστυνομικοί, πυροσβέστες, εργάτες) που χρειάζονται ένα σταθερό και πλήρως λειτουργικό ώμο, χωρίς μελλοντικές υποτροπές. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε χειρουργική αντιμετώπιση της αστάθειας του ώμου τους από το πρώτο κιόλας επεισόδιο εξαρθρήματος. ” Κόλλιας Γεώργιος 

 

 

 

 

 

 

2018-10-16T19:13:07+00:00Οκτώβριος 16th, 2018|Blog, Ώμος|Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εξάρθρημα ώμου